άρμα

Αρχαία πόλη της Ταναγραίας στη Βοιωτία. Πήρε το όνομά της από το άρμα του Αμφιάραου που, σύμφωνα με τοπική παράδοση, εξαφανίστηκε στη θέση αυτή κατά τη φυγή των Αργείων από τις Θήβες. Την πόλη αυτή μνημονεύει και ο Όμηρος.
* * *
(I)
ἄρμα, η (Α)
ένωση, αγάπη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < (θ.) αρ-, αραρίσκω].
————————
(II)
η
1. το οικόσημο
2. η γενιά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. arme].
————————
(III)
ἄρμα, το (Α)
1. η τροφή
2. το βάρος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολογίας. Πιθ. μεταρρηματικό παράγωγο του αείρω / αίρω. Κατ' άλλη άποψη, λιγότερο πιθανή, ο τ. άρμα «τροφή» πιθ. < αίρω (-ομαι) ή < αραρίσκω (πρβλ. άρμενα «τροφή», αρμαλιά). Η λ. συνδέθηκε ακόμη με το νεοελλ. διαλεκτικό (ποντ.-καππαδ.) άρματα «γυναικεία κοσμήματα». Αξιοσημείωτο, τέλος, είναι ότι ο Ησύχιος χρησιμοποιεί τον τ. άρματα ως ερμήνευμα των λέξεων νωγαλεύματα ή νωγαλίσματα (πρβλ. «γλώσσα» του Ησύχ.: «νωγαλεύματανωγαλίσματα
τὰ κατὰ λεπτὸν ἐδέσματα
οἱ δὲ τὰ μὴ εἰς χορτασίαν ἀλλὰ τρυφερὰ ἄρματα»)].
————————
(IV)
το (AM ἄρμα)
1. δίτροχο, κυρίως πολεμικό όχημα που το σέρνουν συνήθως δύο άλογα
2. όχημα με τέσσερα άλογα για αρματοδρομίες
νεοελλ.
1. μεγάλο στολισμένο όχημα για τις γιορτές του καρνάβαλου
2. ο κιλλίβαντας του πυροβόλου
3. τεθωρακισμένο στρατιωτικό όχημα με ερπύστριες, τανκ
αρχ.
1. το άρμα μαζί με τα άλογα («ἅρμα τέθριππον, τετράορον, τέτρωρον», Πίνδ.)
2. τα άλογα που έχουν ζευχθεί στο άρμα
3. η ασπίδα
4. (ως όρος των Πυθαγορείων) η ενότητα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. εμφανίζεται ήδη από τη μυκηναϊκή εποχή με τη σημασία του «τροχού» ή πιθ. «του πλαισίου της καρότσας». Ο τ. άρμα ανάγεται στη ρίζα του αραρίσκω *αr- «συνάπτω, συναρμόζω». Η δασύτητα της λ. οδήγησε στην υπόθεση υπάρξεως ενός αρχικού επιθήματος *«smņ (< -*smen), δηλ. *ar-smņ > *arhmņ > *harmņ (> άρμα), με πρόληψη της δασύτητας στην αρχή της λ., γεγονός που πιθ. ευνοούσε και την άρση της ομωνυμίας μεταξύ των αρ- < αείρω / αίρω και αρ- < αραρίσκω (πρβλ. ανάλογο σχηματισμό των αρμός, αρμή). Η απουσία δασύτητας στους τύπους της Μυκηναϊκής (πρβλ. α-mo και όχι a2-mo, όπως θα αναμενόταν σε περίπτωση δασύνσεως) δημιουργεί ενδοιασμούς σχετικά με την αποδοχή ενός επιθήματος *-smņ ή - στους εν λόγω μυκηναϊκούς τύπους. Η πληρέστερη κατανόηση των τύπων άρμα, αρμός, αρμή ευνοείται από την ύπαρξη πολυάριθμων μη ελληνικών λέξεων σχηματισμένων κατά τρόπο ανάλογο (δηλ. ρίζα *αr-, επίθημα -m), πρβλ. λατ. arma «όπλο, -α», armentum «βόδια ικανά για όργωμα, αγέλη», armus «ωμοπλάτη, ώμος», αρμεν. y-armar «προσαρμοσμένος, ταιριαστός», γοτθ. αrms «βραχίονας» κ.ά. Τέλος, δεν ευσταθεί η άποψη, σύμφωνα με την οποία ο τ. άρμα θεωρείται μικρασιατικής προελεύσεως, όπως οι περισσότερες ελληνικές λέξεις που εκφράζουν την έννοια του οχήματος.
ΠΑΡ. αρχ. αρμάτειος, αρματεύω, αρματόεις.
ΣΥΝΘ. (α' συνθετικό) αρματηλάτης, αρματοδρόμος
αρχ.
αρμασίδουπος, αρματήλατος, αρματόκτυπος, αρματοπηγός, αρματοποιός, αρματοτροφώ, αρματοτροχιά
μσν.
αρματοθεσία, αρματομαχώ
νεοελλ.
αρματαγωγό(ν)
(β' συνθετικό) αρχ. αρισθάρματος, βρισάρματος, ευάρματος, πολυάρματος, ριμφάρματος, φιλάρματος, χαλκάρματος, χρυσάρματος].
————————
(V)
το (Μ ἄρμα)
1. όπλο οποιουδήποτε είδους («τ' αντρειωμένου τ' άρματα δεν πρέπει να πουλιούνται» — παροιμ., «χωρίς άρματα στον πόλεμο δεν πάνε» — όποιος προσπαθεί να κάνει κάτι, πρέπει να έχει και τα απαραίτητα μέσα
«με το κορμί και τ'άρματα» — τα λαμπρά όπλα ταιριάζουν σε λεβέντη)
2. οπλισμένος, στρατιώτης («τρέχουν άρματα χιλιάδες / σαν το κύμα στο γιαλό», Σολωμός).
[ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. arma (-orum) «όπλο, όπλα»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἇρμα — ἄρμα , ἄρμα that which one takes neut nom/voc/acc sg ἄρμᾱ , ἄρμα that which one takes fem nom/voc/acc dual ἄρμᾱ , ἄρμα that which one takes fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄρμα — that which one takes neut nom/voc/acc sg ἄρμᾱ , ἄρμα that which one takes fem nom/voc/acc dual ἄρμᾱ , ἄρμα that which one takes fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἅρμα — neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἅρμα — chariot neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Άρμα — Αρχαία πόλη της Ταναγραίας στη Βοιωτία. Πήρε το όνομά της από το άρμα του Αμφιάραου που, σύμφωνα με τοπική παράδοση, εξαφανίστηκε στη θέση αυτή κατά τη φυγή των Αργείων από τις Θήβες. Την πόλη αυτή μνημονεύει και ο Όμηρος. * * * Ἅρμα, το (Α) 1.… …   Dictionary of Greek

  • άρμα — I (λ. λατιν.), συνήθως στον πληθ. άρματα, τα όπλο, όπλα: Πέθαναν με τ άρματα στο χέρι. Φρ. «βάζω κάτω (ή ρίχνω) τ άρματα», αναγνωρίζω πως νικήθηκα (κυριολ. και μτφ.). II ατος 1. αρχαίο πολεμικό όχημα δίτροχο, ελαφρύ, που το έσερναν δύο ή τέσσερα… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • άρμα μάχης — Όχημα, ερπυστριοφόρο και θωρακισμένο, οπλισμένο βασικά με πυροβόλο και πολυβόλα. Τα ά.μ. χαρακτηρίζονται από την ικανότητά τους να κινούνται σχεδόν σε οποιοδήποτε έδαφος από την προστασία του θώρακα και την ισχύ πυρός. Διακρίνονται σε ελαφρά (για …   Dictionary of Greek

  • Αρμά (Αγίου Γεωργίου), μονή — Ανδρικό μοναστήρι του νομού Ευβοίας, το οποίο εξαρτάται από τη μητρόπολη Χαλκίδας. Ο χρόνος ίδρυσης του μοναστηριού παραμένει άγνωστος. Από την τοιχοδομία και τα άλλα αρχιτεκτονικά στοιχεία προκύπτει ότι το καθολικό χτίστηκε σε διάφορες εποχές.… …   Dictionary of Greek

  • άμαξα και άρμα — Δύο πανάρχαια μέσα συγκοινωνίας, γνωστά με διάφορες παραλλαγές σχεδόν σε όλους τους λαούς. Η ά. γεννήθηκε από την προσαρμογή στο έλκηθρο (που ήταν γνωστό από το 7000 π.Χ.) του τροχού, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά ως βιοτεχνικό και… …   Dictionary of Greek

  • ἄρμ' — ἄρμα , ἄρμα that which one takes neut nom/voc/acc sg ἄρμαι , ἄρμα that which one takes fem nom/voc pl ἄρμᾱͅ , ἄρμα that which one takes fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.